Close

Υπερπρολακτιναιμία – Προλακτίνωμα

Η υπερπρολακτιναιμία είναι μια ιατρική κατάσταση που εμφανίζεται όταν υπάρχει ασυνήθιστα υψηλό επίπεδο της ορμόνης προλακτίνη στο αίμα. Η προλακτίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από την υπόφυση και φυσιολογικά είναι υπεύθυνη για την παραγωγή γάλακτος στις γυναίκες μετά τον τοκετό.
Η πιο κοινή αιτία υπερπρολακτιναιμίας είναι ένα προλακτίνωμα, ένας τύπος όγκου της υπόφυσης που παράγει αυξημένη ποσότητα προλακτίνης. Ανάλογα με το μέγεθός του διακρίνονται σε μικροπρολακτινώματα (<1εκ) και σε μακροπρολακτινώματα (>1εκ) και η μέθοδος εκλογής για τον εντοπισμό τους είναι η μαγνητική (MRI) υπόφυσης με χορήγηση παραμαγνητικής ουσίας. Άλλες αιτίες μπορεί να περιλαμβάνουν ορισμένα φάρμακα, όπως αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά και φάρμακα για υψηλή αρτηριακή πίεση, καθώς και διαταραχές του θυρεοειδούς, η νεφρική νόσος, η ηπατική νόσος και το χρόνιο στρες.
Τα συμπτώματα της υπερπρολακτιναιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης και την υποκείμενη αιτία. Στις γυναίκες, τα πιο κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν ακανόνιστες περιόδους, μειωμένη σεξουαλική διάθεση και εκροή γάλακτος ακόμα κι αν δεν θηλάζουν. Στους άνδρες, τα πιο κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν μειωμένη σεξουαλική διάθεση, στυτική δυσλειτουργία και γυναικομαστία.
Η θεραπεία για την υπερπρολακτιναιμία συνήθως περιλαμβάνει τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας. Στην περίπτωση που οφείλεται σε φάρμακα γίνεται αν είναι δυνατό προσαρμογή της δόσης, ενώ η αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού έχει σαν αποτέλεσμα και τη μείωση της προλακτίνης. Οι αγωνιστές ντοπαμίνης, όπως η καβεργολίνη και η βρωμοκρυπτίνη, χρησιμοποιούνται συνήθως για τη θεραπεία της υπερπρολακτιναιμίας που προκαλείται από προλακτίνωμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του όγκου όταν είναι ανθεκτικός στη φαρμακευτική αγωγή.
Στόχος μας είναι να βρεθεί το αίτιο της υπερπρολακτιναιμίας και να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία για να αποφευχθούν οι επιπλοκές από τις αυξημένες τιμές της προλακτίνης.