Οι νέες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες της Pituitary Society φέρνουν σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται και παρακολουθούνται τα τυχαία ευρήματα της υπόφυσης, γνωστά ως pituitary incidentalomas (υποφυσιακά τυχαιώματα). Πρόκειται για αλλοιώσεις που ανακαλύπτονται τυχαία κατά τη διάρκεια μαγνητικής ή αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, η οποία πραγματοποιείται για άσχετους λόγους και όχι λόγω υποψίας νόσου της υπόφυσης.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα τυχαιώματα δεν αποτελούν μία ενιαία κατηγορία βλαβών. Αντίθετα, διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθος, τη βιολογική συμπεριφορά, τη δυνατότητα παραγωγής ορμονών και τον κίνδυνο επιπλοκών. Για τον λόγο αυτό, οι νέες οδηγίες προτείνουν πιο εξατομικευμένη προσέγγιση τόσο στη διάγνωση όσο και στην παρακολούθηση των ασθενών.
Οι περισσότερες από αυτές τις βλάβες είναι καλοήθεις και δεν προκαλούν συμπτώματα. Συχνά πρόκειται για μικροαδενώματα, μακροαδενώματα ή κύστεις Rathke, τα οποία μπορεί να παραμείνουν σταθερά για χρόνια χωρίς να χρειάζονται θεραπεία. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει πιθανότητα αύξησης της βλάβης ή εμφάνισης ορμονικών διαταραχών, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη στενότερη παρακολούθηση.
Η νέα καθοδήγηση απομακρύνεται από την παλαιότερη πρακτική της σχεδόν ίδιας αντιμετώπισης όλων των ασθενών. Πλέον, η στρατηγική παρακολούθησης βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε βλάβης, όπως το μέγεθος, η θέση της σε σχέση με το οπτικό χίασμα, η πιθανότητα αύξησης και η παρουσία ορμονικών διαταραχών ή κλινικών συμπτωμάτων.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις μακροαδενωμάτων ή όταν η αλλοίωση βρίσκεται κοντά στο οπτικό χίασμα, καθώς μπορεί να επηρεαστεί η όραση ή να προκληθεί δυσλειτουργία της υπόφυσης. Σε αυτούς τους ασθενείς συστήνονται συχνότερες μαγνητικές τομογραφίες, έλεγχος οπτικών πεδίων και τακτική ενδοκρινολογική αξιολόγηση.
Αντίθετα, μικρές και ασυμπτωματικές βλάβες με σταθερή εικόνα φαίνεται ότι έχουν πολύ χαμηλό κίνδυνο εξέλιξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ειδικοί εκτιμούν ότι μπορεί να περιοριστεί η συχνότητα των επανελέγχων, μειώνοντας τόσο την επιβάρυνση του ασθενούς όσο και τις περιττές ιατρικές εξετάσεις.
Οι οδηγίες υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία της σωστής αρχικής αξιολόγησης. Σε κάθε ασθενής με υποφυσιακό τυχαίωμα θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό,να υποβάλλεται σε κλινική εξέταση, βασικό ορμονικό έλεγχο και εκτίμηση πιθανής πίεσης στο οπτικό χίασμα. Η εξατομικευμένη προσέγγιση θεωρείται πλέον απαραίτητη, καθώς συμβάλλει τόσο στη μείωση του άγχους των ασθενών όσο και στην έγκαιρη αναγνώριση των περιπτώσεων που απαιτούν θεραπευτική παρέμβαση.
Πηγή:
Διεύθυνση: Σοφία Κανελλοπούλου, Ενδοκρινολόγος, Λεωφόρος Δημοκρατίας 236, Άγιοι Ανάργυροι.
Τηλέφωνο: 6983379548
Email: s_kanellopoulou@hotmail.com

