Οι θυρεοειδικές ορμόνες αποτελούν βασικούς ρυθμιστές του ενεργειακού ισοζυγίου και του μεταβολισμού των λιπιδίων, επηρεάζοντας κρίσιμες διεργασίες όπως η ηπατική σύνθεση χοληστερόλης, η έκφραση των LDL υποδοχέων, η δραστηριότητα των λιποπρωτεϊνικών ενζύμων και η περιφερική λιπόλυση. Ως εκ τούτου, ακόμη και ήπιες διαταραχές της θυρεοειδικής λειτουργίας δύνανται να επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στο λιπιδαιμικό προφίλ, με άμεσες συνέπειες στον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ θυρεοειδοπαθειών και δυσλιπιδαιμίας έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας, με πρόσφατα δεδομένα να επιβεβαιώνουν την κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης.
Σε πρόσφατη μελέτη (2025), η οποία συνέκρινε ασθενείς με διαγνωσμένες διαταραχές θυρεοειδούς με υγιή άτομα αντίστοιχης ηλικίας και φύλου, αξιολογήθηκαν οι βασικές παράμετροι του λιπιδαιμικού προφίλ, συμπεριλαμβανομένων της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, της HDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν σαφείς διαφοροποιήσεις μεταξύ των ομάδων, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με το είδος και τη βαρύτητα της θυρεοειδικής δυσλειτουργίας.
Στον υπερθυρεοειδισμό, η αυξημένη συγκέντρωση θυρεοειδικών ορμονών οδηγεί σε επιτάχυνση του βασικού μεταβολισμού και ενίσχυση της ηπατικής κάθαρσης των λιποπρωτεϊνών. Παρατηρείται αύξηση της έκφρασης των LDL υποδοχέων στο ήπαρ, γεγονός που διευκολύνει την απομάκρυνση της LDL από την κυκλοφορία. Παράλληλα, αυξάνεται η δραστηριότητα ενζύμων όπως η λιποπρωτεϊνική λιπάση και η ηπατική λιπάση, οδηγώντας σε μείωση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων. Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό εμφανίζουν συνήθως χαμηλότερα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, LDL και τριγλυκεριδίων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται και μείωση της HDL. Αν και το προφίλ αυτό μπορεί να θεωρηθεί «ευνοϊκό» από λιπιδαιμικής άποψης, δεν αναιρεί τις άλλες καρδιομεταβολικές επιπτώσεις της θυρεοτοξίκωσης.
Αντιθέτως, ο υποθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από επιβράδυνση των μεταβολικών διεργασιών και σημαντικές διαταραχές στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Η μειωμένη δράση των θυρεοειδικών ορμονών οδηγεί σε ελάττωση της έκφρασης και της λειτουργικότητας των ηπατικών LDL υποδοχέων, με αποτέλεσμα την ελαττωμένη κάθαρση της LDL χοληστερόλης από το πλάσμα. Επιπλέον, παρατηρείται μείωση της δραστηριότητας της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης και διαταραχή του καταβολισμού των τριγλυκεριδίων, γεγονός που συμβάλλει στην αύξησή τους. Συχνά καταγράφεται αύξηση της ολικής χοληστερόλης και της LDL, ενώ μπορεί να παρατηρηθεί και αύξηση της HDL, χωρίς ωστόσο αυτό να αντισταθμίζει τον συνολικό αθηρογόνο κίνδυνο. Η δυσλιπιδαιμία που σχετίζεται με τον υποθυρεοειδισμό αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές δευτερογενούς δυσλιπιδαιμίας και συσχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αθηρωματικής νόσου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και υποκλινικές μορφές θυρεοειδικής δυσλειτουργίας μπορούν να επηρεάσουν το λιπιδαιμικό προφίλ. Ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός, για παράδειγμα, έχει συσχετιστεί με ήπιες αλλά κλινικά σημαντικές αυξήσεις της LDL και της ολικής χοληστερόλης, ιδίως σε άτομα με ήδη αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αντίστοιχα, ο υποκλινικός υπερθυρεοειδισμός μπορεί να επηρεάσει τη λιπιδαιμική ισορροπία, αν και σε μικρότερο βαθμό. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την ανάγκη προσεκτικής αξιολόγησης ακόμη και ήπιων αποκλίσεων των θυρεοειδικών ορμονών.
Από κλινικής πλευράς, τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία του ελέγχου της θυρεοειδικής λειτουργίας σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη δυσλιπιδαιμία. Η μέτρηση της TSH αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις απαιτείται περαιτέρω έλεγχος με ελεύθερες θυρεοειδικές ορμόνες (FT4, FT3). Η αποκατάσταση της θυρεοειδικής λειτουργίας, είτε μέσω χορήγησης λεβοθυροξίνης στον υποθυρεοειδισμό είτε μέσω κατάλληλης θεραπείας στον υπερθυρεοειδισμό, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ και, κατ’ επέκταση, σε μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Συνοψίζοντας, η αλληλεπίδραση μεταξύ θυρεοειδικής λειτουργίας και λιπιδαιμικού μεταβολισμού είναι πολύπλοκη αλλά κλινικά ιδιαίτερα σημαντική. Η έγκαιρη διάγνωση και η ολιστική αντιμετώπιση των ασθενών με θυρεοειδοπάθειες απαιτεί όχι μόνο τη ρύθμιση των θυρεοειδικών ορμονών αλλά και τη συστηματική αξιολόγηση και διαχείριση των μεταβολικών παραμέτρων. Η ενσωμάτωση αυτής της προσέγγισης στην καθημερινή κλινική πρακτική μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη μακροχρόνιων καρδιαγγειακών επιπλοκών και στη βελτίωση της συνολικής πρόγνωσης των ασθενών.
Πηγή: https://link.springer.com/article/10.1186/s12902-025-01851-1
Διεύθυνση: Σοφία Κανελλοπούλου, Ενδοκρινολόγος, Λεωφόρος Δημοκρατίας 236, Άγιοι Ανάργυροι.
Τηλέφωνο: 6983379548
Email: s_kanellopoulou@hotmail.com

