Η παχυσαρκία και οι παθήσεις του θυρεοειδούς αποτελούν δύο από τις συχνότερες ενδοκρινολογικές διαταραχές παγκοσμίως. Συχνά συνυπάρχουν, δημιουργώντας προκλήσεις τόσο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους όσο και στη συνολική μεταβολική υγεία. Πολλοί ασθενείς θεωρούν ότι ο θυρεοειδής αποτελεί τη μοναδική αιτία της αύξησης ή της απώλειας βάρους, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι θυρεοειδικές ορμόνες επηρεάζουν τον μεταβολισμό, την ενεργειακή κατανάλωση, την όρεξη και τη θερμογένεση, χωρίς όμως να αποτελούν τον μοναδικό παράγοντα που καθορίζει το σωματικό βάρος.
Ο θυρεοειδής αδένας παράγει δύο βασικές ορμόνες, την τριιωδοθυρονίνη (Τ3) και τη θυροξίνη (Τ4), οι οποίες ρυθμίζουν τον βασικό μεταβολικό ρυθμό, δηλαδή την ενέργεια που καταναλώνει ο οργανισμός για τις βασικές του λειτουργίες. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν τη λειτουργία των κυττάρων, την παραγωγή θερμότητας, την κατανάλωση οξυγόνου, καθώς και τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και των λιπιδίων.
Στον υποθυρεοειδισμό, όπου η παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών είναι μειωμένη, ο βασικός μεταβολικός ρυθμός επιβραδύνεται σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη ενεργειακή κατανάλωση, ευκολότερη αύξηση του σωματικού βάρους και μειωμένη ανοχή στο κρύο. Παράλληλα, παρατηρείται κατακράτηση υγρών, μειωμένη διάσπαση του λίπους και περιορισμένη παραγωγή θερμότητας από τον οργανισμό. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ένα μέρος της αύξησης του βάρους οφείλεται στην κατακράτηση υγρών και όχι αποκλειστικά στην αύξηση του λιπώδους ιστού.
Αντίθετα, στον υπερθυρεοειδισμό ο μεταβολισμός επιταχύνεται. Οι ασθενείς παρουσιάζουν αυξημένη κατανάλωση ενέργειας, απώλεια βάρους, αυξημένη όρεξη, ταχυκαρδία και δυσανεξία στη ζέστη. Ωστόσο, μετά τη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού και την αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας του θυρεοειδούς, αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν αύξηση του σωματικού βάρους, γεγονός που συχνά προκαλεί ανησυχία. Η μεταβολή αυτή σχετίζεται με την επαναφορά του μεταβολισμού σε φυσιολογικά επίπεδα και όχι απαραίτητα με ανεπαρκή θεραπεία.
Παρά τη σωστή ρύθμιση του θυρεοειδούς, αρκετοί ασθενείς συνεχίζουν να δυσκολεύονται να χάσουν βάρος. Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάζει την ευαισθησία των ιστών στις θυρεοειδικές ορμόνες, δημιουργώντας ένα είδος «αντίστασης» στη δράση τους. Επιπλέον, η περίσσεια λιπώδους ιστού συνοδεύεται από χρόνιου βαθμού φλεγμονή και ορμονικές μεταβολές που δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού βασίζεται κυρίως στη χορήγηση λεβοθυροξίνης (LT4), η οποία αποκαθιστά τα φυσιολογικά επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Παρότι πολλοί ασθενείς αναμένουν σημαντική απώλεια βάρους μετά την έναρξη της θεραπείας, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συνήθως παρατηρείται μια μικρή μείωση του σωματικού βάρους, η οποία οφείλεται κυρίως στην αποβολή των κατακρατούμενων υγρών και όχι σε σημαντική απώλεια λίπους. Μέχρι σήμερα, η προσθήκη τριιωδοθυρονίνης (Τ3) δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει σταθερό όφελος στην απώλεια βάρους για τους περισσότερους ασθενείς.
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε άτομα με θυρεοειδοπάθειες απαιτεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής αποτελεί τη βάση της θεραπείας. Μια ισορροπημένη διατροφή, όπως η Μεσογειακή διατροφή, σε συνδυασμό με τακτική σωματική άσκηση και αλλαγές στη συμπεριφορά, μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική απώλεια βάρους και ταυτόχρονα να συμβάλει στη βελτίωση της συνολικής υγείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η παχυσαρκία είναι σοβαρή ή συνοδεύεται από άλλα νοσήματα, ο ενδοκρινολόγος μπορεί να προτείνει φαρμακευτική αγωγή για την απώλεια βάρους ή ακόμη και βαριατρική χειρουργική, πάντα μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ούτε ο υποθυρεοειδισμός αποτελεί τη μοναδική αιτία της παχυσαρκίας ούτε η θεραπεία του θυρεοειδούς αρκεί από μόνη της για την απώλεια βάρους. Η σωστή ρύθμιση της θυρεοειδικής λειτουργίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, όμως η επιτυχής διαχείριση του βάρους απαιτεί συνδυασμό ιατρικής παρακολούθησης, υγιεινής διατροφής, τακτικής άσκησης και εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου. Η συνεργασία ενδοκρινολόγου, διαιτολόγου και, όπου χρειάζεται, άλλων επαγγελματιών υγείας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στη μακροχρόνια διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους.
Πηγή: https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S1530891X25000436
Διεύθυνση: Σοφία Κανελλοπούλου, Ενδοκρινολόγος, Λεωφόρος Δημοκρατίας 236, Άγιοι Ανάργυροι.
Τηλέφωνο: 6983379548
Email: s_kanellopoulou@hotmail.com

