Η παχυσαρκία αποτελεί μια κατάσταση υπερβολικής συσσώρευσης λίπους στον οργανισμό. Οι παραδοσιακές μέθοδοι διάγνωσης, όπως ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), παρουσιάζουν περιορισμούς καθώς δεν μετρούν άμεσα το σωματικό λίπος, τη διανομή του ή την επίδρασή του στην υγεία του ατόμου, με αποτέλεσμα πιθανή υποδιάγνωση ή υπερδιάγνωση σε μεμονωμένα άτομα.
Η νέα διεθνής επιτροπή ορίζει την παχυσαρκία ως μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υπερβολική συσσώρευση λιπώδους ιστού, με αιτίες που είναι πολυπαραγοντικές και όχι πλήρως κατανοητές.
Κλινική παχυσαρκία ορίζεται ως χρόνια, συστηματική ασθένεια που επηρεάζει τη λειτουργία ιστών, οργάνων ή ολόκληρου του οργανισμού, λόγω του υπερβολικού λιπώδους ιστού. Αυτή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες οργάνων και επιπλοκές που επηρεάζουν τη ζωή ή ακόμη και απειλούν τη ζωή, όπως καρδιακή προσβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο και νεφρική ανεπάρκεια.
Αντίθετα, η προ-κλινική παχυσαρκία περιγράφει την κατάσταση υπερβολικού σωματικού λίπους χωρίς ακόμη δυσλειτουργία οργάνων ή ιστών, αλλά με αυξημένο κίνδυνο για μελλοντική ανάπτυξη κλινικής παχυσαρκίας και άλλων μη μεταδοτικών νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά νοσήματα, ορισμένοι τύποι καρκίνου και ψυχικές διαταραχές.
Η επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο ΔΜΣ πρέπει να χρησιμοποιείται κυρίως ως δείκτης κινδύνου σε επίπεδο πληθυσμού για επιδημιολογικές μελέτες ή γενικό screening και όχι ως μοναδικό μέτρο για την εκτίμηση της υγείας ενός ατόμου. Για πιο ακριβή διάγνωση απαιτείται επιβεβαίωση υπερβολικής λιπώδους μάζας είτε με άμεση μέτρηση του σωματικού λίπους όταν είναι διαθέσιμη είτε τουλάχιστον με έναν επιπλέον ανθρωπομετρικό δείκτη, όπως:
- περιφέρεια μέσης
- αναλογία περιφέρεια μέσης προς γοφούς
- αναλογία περιφέρειας μέσης προς ύψος,
χρησιμοποιώντας επικυρωμένες μεθόδους και κατάλληλα όρια ανά ηλικία, φύλο και εθνοτική ομάδα.
Σε άτομα με πολύ υψηλό ΔΜΣ (>40 kg/m²), η ύπαρξη υπερβολικού λίπους μπορεί να θεωρείται πρακτικά δεδομένη και δεν απαιτείται περαιτέρω επιβεβαίωση.
Η διάγνωση της κλινικής παχυσαρκίας βασίζεται στην παρουσία ενός ή και των δύο από τα ακόλουθα:
- αποδεδειγμένη διαταραχή της λειτουργίας ενός ή περισσότερων ιστών/οργάνων λόγω παχυσαρκίας, όπως φανερώνεται από σημεία, συμπτώματα ή διαγνωστικές εξετάσεις,
- σημαντικοί περιορισμοί στις καθημερινές δραστηριότητες που απορρέουν άμεσα από την παχυσαρκία (π.χ. δυσκολίες στην κινητικότητα, στο μπάνιο, στο ντύσιμο, στην αυτοφροντίδα ή στη διατροφή).
Τα άτομα με κλινική παχυσαρκία πρέπει να λαμβάνουν έγκαιρη θεραπεία με στόχο τη βελτίωση ή τη μείωση των κλινικών εκδηλώσεων και την πρόληψη επιπλοκών. Αντίθετα, τα άτομα με προκλινική παχυσαρκία πρέπει να υποβάλλονται σε παρακολούθηση και συμβουλευτική υγείας βάσει του επιπέδου του μελλοντικού κινδύνου.
Οι υπεύθυνοι δημόσιας πολιτικής και οι υγειονομικές αρχές πρέπει να διασφαλίσουν δίκαιη και επαρκή πρόσβαση σε τεκμηριωμένες θεραπείες για άτομα με κλινική παχυσαρκία, ενώ οι δημόσιες στρατηγικές πρόληψης πρέπει να στηρίζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι σε μη επαληθευμένες υποθέσεις που εστιάζουν στην ατομική ευθύνη.
Τέλος, η επιτροπή τονίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν με εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση οι προκαταλήψεις και ο στιγματισμός βάσει βάρους, που αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην πρόληψη και θεραπεία της παχυσαρκίας.
Πηγή: https://www.thelancet.com/journals/landia/article/PIIS2213-8587%2824%2900316-4/abstract
Διεύθυνση: Σοφία Κανελλοπούλου, Ενδοκρινολόγος, Λεωφόρος Δημοκρατίας 236, Άγιοι Ανάργυροι.
Τηλέφωνο: 6983379548
Email: s_kanellopoulou@hotmail.com

